Δημόσιο Χρέος: η αυτοβιογραφία μίας χώρας

Τελείωσα σήμερα την Βίβλο της κρίσης. Πρόκειται για ένα δώρο ενός συμφοιτητή μου, το βιβλίο “Δημόσιο Χρέος” της Μιράντας Ξαφάς. Πρώην στέλεχος του ΔΝΤ, καθηγήτρια στα πανεπιστήμια Princeton και Pennsylvania και οικονομική σύμβουλος του τότε πρωθυποργού Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, η συγγραφέας αναλύνει τις πολιτικές που από την δεκαετία του ’80 φούσκωσαν το χρέος. Συνεχίζει περιγράφοντας τα τρία μνημόνια και τις πολιτικές των μνημονιακών κυβερνήσεων και τελειώνει με προοπτικές και συμβουλίες για το μέλλον.

Η Ελληνική κρίση χαρακτηρίζεται ως αναπόφευκτη αποτυχία του λαϊκισμού και του κρατικισμού. Η ανάπτυξη βασισμένη στα δανεικά, που επιτυγχάνεται τεχνητά με διόγκωση του δημοσίου και πελατειακή δαπάνη δεν μπορεί παρά να τελειώσει σε δάκρυα. Αυτό είναι το παράδειγμα της δεκαετίας του ΄80, όταν οι κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ έφεραν το δημόσιο χρέος από το 22,5% του ΑΕΠ το 1980 στο 73,1% το 1990.,αλλά και της “χρυσής εποχής” 2000–2007, όταν το περίφημο “μέρισμα του Ευρώ”, δηλαδή τα χαμηλά επιτόκια, σπαταλήθηκαν σε παροχές.

Οι αναγκαίες μεταρρυθμίσεις για μία εξωστρεφής οικονομία είχαν ξεκινήσει με την κυβέρνηση Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, αλλά εμποδίστηκαν οπωσδήποτε ώστε να μην αγγιστούν τα συνήθη προνόμια. Τελικά η αντίσταση στην αλλαγή θριάμβεψε και οι ελληνικές κυβερνήσεις δεν αμφισβήτησαν το παράδειγμα της “θωρακισμένης οικονομία”. Η κυβέρνηση Καραμανλή έκανε περίφημη παγκοσμίως την πρακτική της “Greek Statistics”, δηλαδή να μετραταπούν οι δημοσιονομικοί δείκτες για να φανεί μία καλύτερη εικόνα της ελληνικής οικονομίας. Η οποία όμως παρέμενε ευάλωτη: μία μελέτη των Hausmann και Hidalgo (2008), καθηγητές στο Harvard και το MIT αντίστοιχα, έδειξε ότι η Ελλάδα είχε το μεγαλύτερο χάσμα μεταξύ εξαγωγών με υψηλό περιεχόμενο ανθρώπινου κεφαλαίου και κατά κεφαλήν εισοδήματος μεταξύ των 128 χωρών του δείγματος.

Όταν ξέσπασε η παγκόσμια κρίση με την πτώχευση του Lehman Brothers, η θωρακισμένη οικονομία αποδείχθηκε αθωράκιστη. Τα Μνήμονια, η αναδιάρθρωση του χρέους και τα μέτρα λιτότητας ήταν η λογική συνέπεια. Όμως, καμία μνημονιακή κυβέρνηση είχε το θάρρος να πει την αλήθεια για τα αίτια της κρίσης, και πάντα βρέθηκαν αποδιοπομπαίοι τράγοι. Το πιο τραγικό παράδειγμα είναι η υπόθεση Γεωργίου, ο οποίος αφού ανακάλυψε τις ψεύτικες στατιστικές για το έλλειμμα του 2009 κατηγορήθηκε ότι φούσκωσε τεχνητά το ίδιο έλλειμμα ώστε να αποδώσει την χώρα στην τρόικα. Τα μνημόνια δεν περιγράφονταν ως ευκαιρία για να κτιστεί μία ανταγωνισικότερη οικονομία, αλλά αντιμετωπίζονταν ως απλό τίμημα για να αποφευκθεί η πτώχευση, ώστε να μην υπάρξουν εμπόδια στην πελατειακή δαπάνη.

Αυτό ήρθε στο απόγειο με την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, που συγκρούστηκε με τους πιστωτές σε μία καταστροφική διαπραγμάτευση το 2015. Η Ξαφά την καθορίζει “Tsipras shock”. Τελικά το Grexit αποτράπηκε αλλά με μεγάλο κόστος, καθώς η οικονομία επέστρεψε στην ύφεση, οι τράπεζες έχασαν δεκάδες δις σε καταθέσεις πριν επιβληθούν capital controls και χρειάστηκε νέα ανακεφαλαιοποίηση με δημόσιο χρήμα. Η εξυγίανση του προϋπολογισμού έγινε μέσω αύξησης φόρων σε μικρή φορολογητέα βάση, και αυτό δημιούργησε αντικίνητρα για εργασία και ιδιοκτησία. Επιπλέον, τα κέρδη που επιτεύθηκαν με τέτοια διαδικασία σπαταλήθκαν συχνά σε “κοινωνικά μερίσματα ”, δηλαδή εκλογικές παροχές. Αγνοήθηκαν οι συμβουλίες περίφημων οικονομολόγων. Για παράδειγμα, μία μελέτη του πρυτάνη του Harvard Alberto Alesina (μαζί με τους καθηγητές του ιταλικού πανεπιστημίου Bocconi Francesco Giavazzi και Carlo Favero) ανακαλύπτει ότι η φορολογική εξυγίανση μέσω περικοπής δαπάνων φέρνει πολύ μικρότερα κόστη στην οικονομία. Καμία έκπληξη η εκλογική ήττα του Τσίπρα το 2019.

Ο νέος προθυπουργός φαίνεται να καταλάβει ότι για μια υγιή ανάπτυξη χρειάζονται ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς και ιδιωτικούς επενδύσεις. Το Αναπτυξιακό Νομοσχέδιο του περασμένου Οκτωβρίου κινείται προς την σωστή κατέυθυνση. Μειώνει την γραφειοκρατία και διευκολύνει την πορεία αποδοχής της κάθε επενδύσεως, και στην συνέχεια συμπεριλαμβάνει τον ιδιωτικό τομέα στην εξέταση της προσαρμοστικότητας με τα νομικά προαπαιτούμενα. Επιπλέον, αποκαθιστεί εν μέρει τα μέτρα για την ευελιξία στην αγορά εργασίας, που εισήχθησαν στην περίοδο 2011–2013 και καταγράφηκαν από τον Τσίπρα λίγες μέρες πριν τις εκλογές του 2019. Ταυτόχρονα, ο Μητσοτάκης προσπαθεί να “πλύσει” τις τράπεζες από τα κόκκινα δάνεια που συσσωρεύθηκαν στην διάρκεια της κρίσης.

Οι προοπτικές για το μέλλον παραμένουν όμως νεφελώδεις. Οι μελλοντικές ελληνικές κυβερνήσεις πρέπει να υιοθετήσουν ένα νέο υπόδειγμα ανάπτυξης. Ο πρώτος στόχος θα είναι να δημιουργηθεί μία ανταγωνιστική, εξωστρεφής χώρα, που να προσελκύσει επενδύσεις και ευκαιρίες για νέο πλούτο.

Παρότι βελτίωσαν τα δημόσια δημοσιονομικά στοιχεία, ο ορίζοντας δεν είναι ακόμα λαμπερός. Ο πληθυσμός ωριμάζει και ο ποσοστός γονιμότητας είναι χαμηλότερο από το απαιτούμενο για αντικατάσταση του πληθισμού. Οι επενδύσεις είναι ακόμα λίγες και η παραγωγικότητα δεν αυξάνει. Η δημόσια διοίκηση παραμένει η χειρότερη στην Ευρώπη και είναι επείγον να περιοριστεί ο ρόλος του κράτους στην οικονομία. Οι “zombie” ΔΕΚΟ κόστιζαν 18 δισεκατομμύρια στην περίοδο 2012–2018 σύμφωνα με το ΔΝΤ, και η νέα κυβέρνηση πρέπει να μην συνεχίσει με τέτοια σπατάλη. Άλλη πρωτεραιότητα είναι να αυξηθεί η ανταγωνιστικότητα στην αγορά αγαθών και υπηρεσιών και να φιλελευθεροποιηθούν τα επαγγέλματα, και ταυτόχρονα να γίνει μεταρρύθμιση του πτωχευτικού κώδικα. Θα πρέπει φυσικά να μειωθεί η δαπάνη σε συντάξεις, που στερεί πόρους από τους εργαζόμενους νέους και από το κοινωνικό welfare μεταφέροντάς τους στους μη παραγωγικούς συνταξιούχους. Από τα στοιχεία του O.O.Σ.Α. το 2015 η Ελλάδα είχε την υψηλότερη συνταξιακή δαπάνη σε σχέση με το ΑΕΠ, η οποία ανήλθε στο 16,9% ενάντια σε ένα μέσο όρος 7,5% στις χώρες του Ο.Ο.Σ.Α.

Όλα αυτά δεν είναι μόνο φιλελεύθερες γνώμες, αλλά είναι η μοναδική ελπίδα για να κτιστεί μία ισχυρή Ελλάδα. Ό μοναδικός δρόμος για την ευημερία είναι η συνεχής ανάπτυξη με ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς. Όλες οι αλληλοδιαδοχές οδηγούν στη φτώχεια. Φυσικά αυτή η ανάλυση ισχύει και για άλλες ευάλωτες χώρες: πρώτα απ’ όλα για την χώρα μου, την Ιταλία, η οποία συνεχίζει να αναβάλλει τις απαιτούμενες διαρθρωρικές μεταρρυθμίσεις για βραχυπρόθεσμα εκλογικά κέρδη. Οι μελλοντικές κυβερνήσεις καλούνται σε μεγάλη πρόκληση: Θα καταλάβουν τα μαθήματα του παρελθόντος ή θα επαναλάβουν τα ίδια λάθη;

PhD student in Economics at Trento University. Passionate about politics, economics, languages and history, especially the Habsburg Empire.

PhD student in Economics at Trento University. Passionate about politics, economics, languages and history, especially the Habsburg Empire.